διαπάλη

διαπάλη
η борьба; состязание, соперничество;

κομματική διαπάλη — партийная борьба


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "διαπάλη" в других словарях:

  • διαπάλη — η πάλη, έντονος ανταγωνισμός με σκοπό την επικράτηση, τη νίκη: Μέσα μου γίνεται διαπάλη αγάπης και μίσους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διαπάλη — η σκληρός και τραχύς αγώνας, έντονος ανταγωνισμός …   Dictionary of Greek

  • διαπάλαις — διαπάλη hard struggle fem dat pl διαπά̱λαις , διαπάλλω brandish aor part act masc nom/voc sg (doric aeolic) διαπά̱λαις , διαπάλλω brandish aor opt act 2nd sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμάχη — η (AM διαμάχη και διαμάχησις, εως) φιλονικία, διένεξη, διαπάλη αρχ. πόλεμος, αγώνας …   Dictionary of Greek

  • κίνα — Επίσημη ονομασία: Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας Έκταση: 9.596.960 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.284.303.705 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Πεκίνο ή Μπεϊτζίνγκ (6.619.000 κάτ. το 2003)Κράτος της ανατολικής Ασίας. Συνορεύει στα Β με τη Μογγολία και τη Ρωσία, στα ΒΑ… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»